γοργοῦ

γοργόομαι
to be spirited
pres imperat mp 2nd sg
γοργόομαι
to be spirited
imperf ind mp 2nd sg (homeric ionic)
γοργός
grim
masc/neut gen sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Γοργοῦ — Γοργώ the Gorgon fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γόργου — Γόργος masc gen sg Γόργω fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κύπρος — I Νησιωτικό κράτος της ανατολικής Μεσογείου. Βρίσκεται Δ της Συρίας και Ν της Τουρκίας.Η Κ. είναι το τρίτο σε μέγεθος νησί της Μεσογείου και ανήκει γεωγραφικά μεν στη Μικρά Ασία, πολιτικά όμως στην Ευρώπη. Ο πληθυσμός της είναι 80% Ελληνοκύπριοι …   Dictionary of Greek

  • τρίαργον — το, Ν (βυζ. μουσ.) σύμβολο τής βυζαντινής παρασημαντικής, ένας από τους χαρακτήρες χρόνου, που έχει διπλή ενέργεια, τού γοργού και στη συνέχεια τριών επί πλέον χρόνων …   Dictionary of Greek

  • τροχαίος — Δισύλλαβος πόδας της αρχαίας ελληνικής μετρικής, που έχει την πρώτη συλλαβή μακρά (θέση) και τη δεύτερη βραχεία (άρση), είναι δηλαδή του τύπου –’ υ. Είναι ακριβώς αντίθετος από τον ίαμβο, ο οποίος είναι επίσης δισύλλαβος πόδας, αλλά σε αυτόν… …   Dictionary of Greek

  • χασαποσέρβικος — ο, Ν είδος γοργού κυκλικού χορού που εκτελείται από άνδρες και γυναίκες με κράτημα από τους ώμους και με ποικίλες χορευτικές εναλλαγές. [ΕΤΥΜΟΛ. < χασάπης + σέρβικος] …   Dictionary of Greek

  • Θάσος — I Μυθολογικό πρόσωπο. Ήταν γιος του Ποσειδώνα ή του βασιλιά της Φοινίκης Αγήνορα, και της Τηλέφασσας. Ενώ βρισκόταν σε αναζήτηση της Ευρώπης, ανακάλυψε τα μεταλλεία χρυσού και αργύρου του νησιού που αργότερα έφερε το όνομά του και ίδρυσε αποικία… …   Dictionary of Greek

  • Ονήσιλος — (6oς αι. π.Χ.). Βασιλιάς της Σαλαμίνας της Κύπρου. Ήταν γιος του Χέρσιου και νεότερος αδελφός του Γόργου, βασιλιά της Σαλαμίνας, τον οποίο, εξαιτίας της φιλοπερσικής πολιτικής του, κατάφερε να εκθρονίσει με επανάσταση. Μετά από αυτό έγινε… …   Dictionary of Greek

  • garǝĝ - —     garǝĝ     English meaning: grim, grievous     Deutsche Übersetzung: “grauenvoll; Grauen”     Material: Arm. karcr “hard”, karcem “I dread, believe”; Gk. γοργός “ grim, fierce, terrible , wild”, Γοργώ “bugbear, spectre, bogeyman”, γοργου̃σθαι …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.